Αν δεν είσαι vegan, αλλά απολαμβάνεις με ευχαρίστηση ένα ζουμερό μπιφτέκι σόγιας ή ένα δροσερό ρόφημα καρύδας, τότε είσαι ένας από τους πολλούς που έχουν ασπαστεί την κουλτούρα των χορτοφάγων – χωρίς να είναι χορτοφάγοι.
Η τάση των μη ζωικών προϊόντων έχει καθιερωθεί, και γι’ αυτό έχει φροντίσει η σύγχρονη βιομηχανία παραγωγής τροφίμων που δεν προσπαθεί, πλέον, να προσηλυτίσει τους “παμφάγους” προς τον βιγκανισμό αλλά, αντίθετα, να τους δελεάσει προς αυτόν. Σήμερα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν φυτικά προϊόντα έναντι των ζωικών, όχι μόνο για λόγους ηθικής αλλά και γεύσηw
Πριν από μία δεκαετία, τα vegan τρόφιμα θεωρούνταν εξειδικευμένο προϊόν που απευθυνόταν αποκλειστικά σε ένα περιορισμένο τμήμα της αγοράς που ακολουθούσε μία vegan ή χορτοφαγική διατροφή. Κατά κύριο λόγο, πωλούνταν σε καταστήματα ειδών υγιεινής διατροφής και διαφημίζονταν ως “vegan”. Όσο για τη συσκευασία τους, τις περισσότερες φορές ήταν από ανακυκλωμένο υλικό, με έντονη την παρουσία του πράσινου χρώματος ως αναφορά στη φύση.
Μέχρι που ήρθε το “γάλα” αμυγδάλου, και μαζί του έφερε και την επανάσταση. Το προϊόν δεν απευθύνθηκε αποκλειστικά στους vegans αλλά σε όσους καταναλωτές φρόντιζαν την υγεία τους, και τοποθετήθηκε στα ψυγεία των σούπερ μάρκετ – ακριβώς δίπλα στο ζωικό γάλα. Όταν η δημοτικότητά του εκτοξεύθηκε στα ύψη, ακολούθησαν τα ροφήματα ρυζιού, κάνναβης, καρύδας, βρώμης, κλπ. Ειδικά στις ΗΠΑ, η πώληση εναλλακτικών ροφημάτων αυξήθηκε κατά 61% μέσα σε 5 χρόνια ενώ οι πωλήσεις του συμβατικού γάλακτος μειώθηκαν.
Τι ωθεί, όμως, τους καταναλωτές στην επιλογή εναλλακτικών ροφημάτων; Έρευνες δείχνουν ότι οι βασικότεροι λόγοι αφορούν στην υγεία, καθώς και στην αίσθηση ότι τα εναλλακτικά ροφήματα είναι πιο ελαφριά και καλύτερα για το περιβάλλον. Ωστόσο, η πλειοψηφία των ανθρώπων που καταναλώνουν μη γαλακτοκομικά ροφήματα, αγοράζει και συμβατικά προϊόντα από γάλα αγελάδας. Η επιλογή τους, λοιπόν, καμία σχέση δεν έχει με τον απολυταρχισμό των vegans.
Το δρόμο που χάραξε το ρόφημα αμυγδάλου ακολούθησαν τα υποκατάστατα κρέατος – και δεν μιλάμε για προϊόντα με βάση το τέμπε, το σεϊτάν ή τη σόγια που καμία σχέση δεν έχουν με τη γεύση του κρέατος, αλλά πραγματικά “ομοιώματα” κρέατος. Για του λόγου το αληθές, κριτικοί του Food & Wine, περιέγραψαν το Impossible Burger ως “πραγματικά ζουμερό και γευστικό. Σχεδόν πανομοιότυπο με μοσχαρίσιο μπιφτέκι”. Αν και οι περισσότεροι vegans το απεχθάνονται λόγω της έντονης γεύσης κρέατος που έχει, πολλοί άλλοι καταναλωτές το έχουν λατρέψει και έχουν εκτινάξει τις πωλήσεις του στα ύψη.
Η τάση, φυσικά, δεν θα μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους επενδυτές, οι οποίοι επενδύουν όλο και μεγαλύτερα κεφάλαια σε startups με vegan προϊόντα. Οι συνολικές επενδύσεις σε εταιρίες που παράγουν υποκατάστατα του γάλακτος, των αυγών και του κρέατος ξεπέρασαν το μισό δισεκατομμύριο δολάρια το 2018, και το λιανικό εμπόριο αυξάνεται πάνω από 20% κάθε χρόνο.
Το τεχνητό κρέας – κρέας, δηλαδή, που παρασκευάζεται σε εργαστήρια – δεν έχει βγει ακόμα στην αγορά αλλά οι αναλυτές εκτιμούν ότι θα φτάσει στα ράφια το 2021. Σύμφωνα με μία έρευνα του 2018, το 1/3 των Αμερικανών καταναλωτών, το μισό των Ινδών και τα 2/3 των Κινέζων δηλώνουν ότι οι πιθανότητες να αγοράσουν τεχνητό κρέας είναι “πολλές έως εξαιρετικά υψηλές”.
Οι vegan ακτιβιστές θεωρούν αυτά τα προϊόντα σωτήρια για τον πλανήτη – και η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν κι άδικο. Κάθε χρόνο, οι άνθρωποι σφάζουν 66 δισεκατομμύρια κοτόπουλα, 1,5 δισεκατομμύριο γουρούνια, μισό δισεκατομμύριο πρόβατα, μισό δισεκατομμύριο κατσίκες και 300 εκατομμύρια αγελάδες. Η πλειοψηφία των ζώων που προορίζονται για σφαγή εκτρέφονται σε φάρμες, συχνά σε άθλιες συνθήκες. Η κατανάλωση λιγότερου κρέατος, πουλερικών, αυγών και γαλακτοκομικών προϊόντων είναι εκ των ων ουκ άνευ για τον περιορισμό αυτών που υποφέρουν τα ζώα.
Η κατανάλωση ζώων επιβαρύνει τον πλανήτη μας και ο περιορισμός της θα βοηθούσε τη μείωση της αποψίλωσης και της περιβαλλοντικής εξαχρείωσης – κάτι που αποδεικνύουν περίτρανα οι αριθμοί: Οι αγελάδες και τα άλλα ζώα της κτηνοτροφίας αντιστοιχούν περίπου στο 1/6 όλων των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Για την παραγωγή μισού κιλού κρέατος απαιτούνται 2 – 3 κιλά σιτηρών, ενώ για την παρασκευή υποκατάστατων του κρέατος απαιτείται σχεδόν η μισή ποσότητα. Αν, λοιπόν, δεν ασχολούμασταν με το να ταΐζουμε τα ζώα για να τα παχύνουμε και να τα σφάξουμε, θα μπορούσαμε να μειώσουμε την γεωργική παραγωγή (και τον αντίκτυπό της) κατά το ήμισυ.
Ο περιορισμός στην κατανάλωση ζωικών προϊόντων θα ωφελούσε και τον άνθρωπο: Το κρέας, τα αυγά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα μπορεί να αποτελούν μέρος μίας ισορροπημένης και υγιεινής διατροφής, αλλά όχι στις ποσότητες που οι περισσότεροι άνθρωποι τα καταναλώνουν. Αν και οι επιστήμονες συνιστούν την κατανάλωση 350 – 500 γρ. κρέατος την εβδομάδα, ο μέσος καταναλωτής τρώει περίπου τη διπλάσια ποσότητα αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών και άλλων παθήσεων.
Για τα ζώα, για τους ανθρώπους, για τον πλανήτη: Η μείωση της κατανάλωσης κρέατος είναι απόλυτα λογική – και αυτό είναι κάτι στο οποίο πλέον συμφωνούν vegans και μη. Αυτή είναι μία πραγματικότητα την οποία έχουν αντιληφθεί για τα καλά οι εταιρίες παρασκευής vegan τροφίμων και τεχνητού κρέατος, με αποτέλεσμα να στοχεύουν πλέον τα προϊόντα τους σε ολόκληρη την αγορά – και όχι μόνο στη χορτοφαγική. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι το 98% των υποκατάστατων κρέατος αγοράζεται από μη vegan καταναλωτές.
Εν καιρώ, αυτά τα vegan προϊόντα μπορεί και να βοηθήσουν στο να γίνει ο βιγκανισμός πιο δημοφιλής, πιο συνηθισμένος, πιο προσιτός και εύκολος. Επί του παρόντος, όλα αυτά τα προϊόντα αποτελούν – ξαφνικά – επιλογή για όλους… Vegans και μη.